Η ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΛΟΥΙΤΖΙ ΠΙΡΑΝΤΕΛΛΟ, ΣΕΛΙΔΕΣ ΘΕΑΤΡΟΥ

Posted by Γιώργος Τσακιράκης | Posted in | Posted on 9:40 μ.μ.

0


Η φανταστική πραγματικότητα του Λουίτζι Πιραντέλλο

(σημειώσεις για τρία έργα του)

"Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα"

Ο ίδιος ο Πιραντέλλο διηγείται πώς "γεννήθηκε" το κορυφαίο έργο του "Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα", 1921, που ο σπόρος του υπάρχει στο διήγημά του "Τραγωδία ενός προσώπου":
Κάποια μέρα, λέει, παρουσιάστηκε στη φαντασία του μια ολόκληρη οικογένεια: Ένας Άντρας, κάπου 50 χρονών, με μαύρη ζακέττα και ανοιχτόχρωμες γκέτες, με σκυθρωπό ύφος και μάτια παράξενα απ' την ταπείνωση, μια Γυναίκα με το πέπλο της χήρας, που κρατούσε απ' το ένα χέρι ένα Κοριτσάκι τεσσάρων χρονών και απ' τ' άλλο ένα δεκάχρονο Αγόρι, μια Κοπέλλα, τολμηρή και αναιδής, ντυμένη κι αυτή με μαύρα, αλλά με ύποπτη και προκλητική πολυτέλεια, μια κοπέλλα που αναρριγούσε ολόκληρη από σαρκαστική περιφρόνηση για τον ταπεινωμένο γέρο και για κάποιον Νέο που έμενε σιωπηλός απόμερα. Και, πότε ο ένας, πότε ο άλλος, μα συχνά κόβοντας ο ένας τον άλλον, άρχισαν να του διηγούνται τις λυπηρές υποθέσεις τους, να του φωνάζουν ο καθένας το δίκιο του και να του πετάνε καταπρόσωπο τα ταραγμένα πάθη τους...
Έτσι βρέθηκε, χωρίς να το θέλει, μπροστά σ' εκείνα τα έξι πρόσωπα, που περίμεναν απ' αυτόν να τα μπάσει στον κόσμο της Τέχνης, συνθέτοντας απ' τις μορφές τους, απ' τα πάθη τους, απ' τις περιπτώσεις τους, ένα ρομάντζο, ένα δράμα ή έστω μια νουβέλλα. Είχαν γεννηθεί ζωντανά κι ήθελαν να ζήσουν: "Είμαστε το Δράμα και ανυπομονούμε να το παίξουμε". 
Του κάκου - λέει ο Πιραντέλλο - προσπάθησε να διώξει αυτούς τους ανεπιθύμητους επισκέπτες, μη θέλοντας να λυπήσει τους αναγνώστες του με τα θλιβερά παθήματά τους. Δημιουργήματα της φαντασίας του, τα έξι αυτά πρόσωπα ζούσαν τώρα πια μια δική τους  ζωή, ανεξάρτητη απ' τον συγγραφέα τους, μια ζωή που εκείνος δεν μπορούσε πια να τους την αρνηθεί. "Όταν ένα πρόσωπο γεννιέται - λέει ο ίδιος - αποκτά αμέσως τέτοιαν ανεξαρτησία απ' το δημιουργό του, ώστε μπορεί ο καθένας μας να το φανταστεί σε καταστάσεις και περιπέτειες που δεν πέρασαν ποτέ απ' το μυαλό του συγγραφέα του, και το πρόσωπο αυτό παίρνει από μόνο του τέτια σημασία, που ο συγγραφέας του δεν είχε ποτέ υποψιαστεί".

Μπροστά στη ζωντανή και απαιτητική υπόσταση των έξι προσώπων του, ο Πιραντέλλο είχε ξαφνικά μια "φαεινή" ιδέα:
"Γιατί - σκέφτηκε - να μην παρουσιάσω αυτή την "καινοφανή" περίπτωση ενός συγγραφέα που αρνιέται ν' "αξιοποιήσει" μερικά από τα πρόσωπά του - πρόσωπα, που έχουν πια μέσα τους διάχυτη τη ζωή και δεν το παίρνουν απόφαση να μείνουν έξω από τον χώρο της Τέχνης; Αυτά έχουν πια αποσπασθεί από μένα. Ζουν για δικό τους λογαριασμό. Απόχτησαν φωνή και κίνηση. Τότε, λοιπόν, ας τ' αφήσουμε να πάνε εκεί όπου συνήθως πηγαίνουν τα δραματικά πρόσωπα για να ξαναζήσουν: στη Σκηνή. Κι ας σταθούμε να δούμε τι θα γίνει..."
Έτσι γεννήθηκε ένα δράμα που μόνο του, μέσ' απ' τα πρόσωπά του, θέλει με κάθε θυσία να βρει τρόπο να παρασταθεί. Τα έξι πρόσωπα που παρουσιάζονται μια μέρα σ' ένα θέατρο, την ώρα που ο θίασος κάνει δοκιμές σε κάποιο έργο (του Πιραντέλλο)! Ο σκηνοθέτης, οι ηθοποιοί ξαφνιάζονται, θυμώνουν για τους απρόσκλητους, δυσπιστούν. Μα, λίγο-λίγο, ξυπνάει το ενδιαφέρον τους για το δράμα που διαβλέπουν στην αλλόκοτη αυτή οικογένεια - δράμα σκοτεινό και αμφίβολο, που ήρθε να ριχτεί έτσι απερίσκεπτα σ' αυτή την άδεια σκηνή, την τόσο απαράσκευη να το δεχτεί.
Και το δράμα αρχίζει να ξαναζεί πάνω στα γυμνά σανίδια. Η "πραγματικότητα" των ηθοποιών μπερδεύεται με τη φανταστική υπόσταση των έξι προσώπων, η ζωή συγχέεται με την Τέχνη, κ' η Φαντασία παίρνει - όσο ξετυλίγεται η ιστορία - πολύ βαρύτερην "ύλη" απ' την ύλη των ένσαρκων προσώπων. Τα "Πρόσωπα" γίνονται όντα πιο πραγματικά απ' τους ανθρώπους που τα παρακολουθούν, η ζωή τους έχει περισσότερη "αλήθεια" απ' των αληθινών προσώπων στη ζωή...
Ο Πιραντέλλο - που αμφισβήτησε με ιδιοφυή επιχειρήματα την ύπαρξη της "αντικειμενικής πραγματικότητας" - δε μπορούσε να βρει για την ανάπτυξη της θεωρίας του πεδίο προσφορώτερο απ' τη σκηνή του θεάτρου, όπου ένας καθημερινός άνθρωπος - ο ηθοποιός - αλλάζει ολότελα διαστάσεις, όπου ο μύθος κατακαλύπτει την Ύλη, όπου το "Πλάσμα" παίρνει τη δύναμη αλήθειας κι όπου η Φαντασία εξαφανίζει την "Πραγματικότητα". Γι' αυτό και τα "Έξι πρόσωπα..." μένουν όχι μόνο το πιο πρωτότυπο κι αριστοτεχνικό, αλλά και το πιο αντιπροσωπευτικό δημιούργημα του μεγαλοφυούς εκείνου ανατόμου της ανθρώπινης ψυχής.

*

" Ερρίκος Δ' "

"Φάρσα" και "Μασκαράτα" ονόμαζε τη ζωή ο Πιραντέλλο. Φάρσα και μασκαράτα είναι και ο "Ερρίκος ο Δ'", 1922. Μια τραγική μασκαράτα, που ο ήρωάς της δημιουργεί συνειδητά μια πλαστή πραγματικότητα για τον εαυτό του: Τρελλός, για ένα χρονικό διάστημα, νόμιζε πως ήταν ο αυτοκράτορας της Γερμανίας Ερρίκος ο Δ'. Κι όταν γίνεται καλά (χωρίς να το καταλάβουν οι άλλοι) εξακολουθεί να υποκρίνεται τον Ερρίκο, βρίσκοντας σ' αυτή την "προσωπικότητα" περισσότερο ενδιαφέρον παρά στην πριν κενή και πικρή ζωή του. Εξωτερικά γεγονότα - η εμφάνιση της παλιάς ερωμένης του και του αντεραστή που προκάλεσε την τρέλλα του - τον παρακινάνε ν' αποκαλύψει την αλήθεια. Όταν, όμως, σε μια στιγμή παραφοράς, σκοτώνει τον παλιόν αντίζηλό του, βρίσκεται μπροστά στην ανάγκη να εξακολουθήσει για πάντα το ρόλο που ο ίδιος επέβαλε στον εαυτό του: να καμώνεται τον τρελλό και τον Ερρίκο. 
Κανένα από τα πρόσωπα της μακρότατης πιραντελλικής πινακοθήκης δεν ενσαρκώνει τόσο συνειδητά τον  ή ρ ω α  του πιραντελλικού θεάτρου. Κ' οι άλλοι, βέβαια, δημιουργούν για τον εαυτό τους την πλαστήν εικόνα, την πλαστή προσωπικότητα, που μ' αυτήν προσπαθούν να ξεφύγουν απ' το κενό της ύπαρξης. Κανένας όμως δεν επιχειρεί την "πλαστοπροσωπία" αυτή με τόσην επίγνωση και με τόση διαλεκτική τοποθέτηση, όπως ο Ερρίκος. Γι' αυτό και το έργο τούτο είναι όσο γίνεται απογυμνωμένο από θεατρικές επινοήσεις, επεισόδια, πλοκή. Μένει, γυμνή, η μορφή του Ερρίκου ν΄αντιμετωπίσει - όχι παθητικά, όπως άλλα πιραντελλικά πρόσωπα, όχι παρασυρμένη απ' τις περιστάσεις, όχι τυχαία - τα κύρια προβλήματα του πιραντελλικού θεάτρου: Τι είναι η προσωπικότητα; Τι είναι η αλήθεια;

Ο μεγάλος Σικελός έδωσε με τα έργα του την απάντηση στα ερωτήματα αυτά: Δεν υπάρχει προσωπικότητα. Δεν υπάρχει αλήθεια. Κανένας δεν μπορεί να πει πού σταματάει η "πραγματικότητα" και πού αρχίζει ο μύθος, το "πλάσμα" της φαντασίας, η αυταπάτη. Κ' έπειτα, κατά τι μια  ι δ έ α  είναι λιγότερο "πραγματική" από ένα  γ ε γ ο ν ό ς; Κι όταν ένας άνθρωπος υποτάζεται σε μια ψευδαίσθηση, την παραδέχεται, την πιστεύει, η ψευδαίσθηση αυτή δε γίνεται στο τέλος περισσότερο πραγματική απ' την πραγματικότητα;
Ο Πιραντέλλο, έχοντας ζήσει 17 χρόνια πλάι στην τρελλή γυναίκα του, μπόρεσε να δει, μέρα με τη μέρα κι ώρα με την ώρα, πόσο σχετική αξία έχει για ένα αρρωστημένο μυαλό, η "αλήθεια" κ' η "φαντασία", πόσο η μια υποκαθιστά την άλλη. Αλλά, για τον Πιραντέλλο,  ό λ ο ι  οι άνθρωποι βρισκόμαστε στην κατάσταση αυτή που χαρακτηρίζει τους τρελλούς - όλοι είμαστε ανήμποροι να ξεχωρίσουμε την "πραγματικότητα" από το "πλάσμα". Και κανένας δεν είναι πιο λογικός απ' τους τρελλούς, ούτε πιο τρελλός απ' τους λογικούς. Ακριβώς γι' αυτό το λόγο οι "τρελλοί" είναι οι πιο συνηθισμένοι ήρωες του Πιραντέλλο - απ' το νεανικό του (1903) μυθιστόρημα "Όταν ήμουν τρελλός" ως το "Έτσι είναι (αν έτσι νομίζετε)", το "Όπως με ποθείς", την "Σκούφια με τα κουδούνια" και τόσα άλλα.

"Τρελλός" είναι και ο Ερρίκος. Αλλά δεν είναι λιγότερο κ' οι άλλοι γύρω του. Φτάνει ένα ρούχο - ένα ρούχο του 11ου αι. - που βάζουν, για να χάσουν την επαφή με την "πραγματικότητα". Για να γίνει και γι' αυτούς το παρελθόν παρόν, η αλήθεια ψέμα, η κίνηση μέσα στο χρόνο ακινησία. Τραγικότερος απ' όλους - τραγικότερος από κάθε πιραντελλικόν ήρωα - ο Ερρίκος βρίσκεται αναγκασμένος και την αυταπάτη του να προδώσει και την πραγματικότητα ν' απαρνηθεί. Γιατί τίποτα - ούτε όνομα, ούτε ρούχο - δε μπορεί να τον βοηθήσει να ξεφύγει απ΄τον εαυτό του κι απ' το κενό που τον τυλίγει - τίποτα δε μπορεί να τον βοηθήσει να δημιουργήσει μιαν ύπαρξη πάνω στο μηδέν. Αυτό θα το είχε μάθει, αν είχε διαβάσει, πριν 18 χρόνια, το "Μακαρίτη Ματία Πασκάλ" του πνευματικού πατέρα...
Η "μηδενιστική" τούτη κατάληξη είναι το "λάιτ-μοτίβ" του πιραντελλικού δράματος. Απελπιστική; απαισιόξοξη; Σίγουρα. "Αντικοινωνική"; Ίσως... Ωστόσο, μ' αυτές τις "τραγωδίες του εσωτερικού χάους", ο Πιραντέλλο έκανε στο θέατρο του μεσοπόλεμου μια ισχυρότατη ένεση διανοητικής διαλεκτικής, που ανανέωσε, για καιρό, τους κανόνες και τα ήθη της σκηνικής φιλολογίας.

*

"Απόψε αυτοσχεδιάζουμε"

Δέκα σχεδόν χρόνια μετά το "Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα", γράφει ο Πιραντέλλο το "απόψε αυτοσχεδιάζουμε", 1929, που κινιέται στο ίδιο επίπεδο με το περιφημότερο απ' τα έργα του Σικελού δραματουργού: στις σχέσεις Τέχνης και Ζωής.
Στα "Έξι πρόσωπα", οι ήρωες, αφημένοι μισοδρομίς από το συγγραφέα, γύρευαν να ζήσουν, να ολοκληρώσουν τη ζωή τους πάνω στη σκηνή. Υποδήλωνε έτσι ο Πιραντέλλο τη δύναμη του καλλιτεχνικού δημιουργήματος, που, μόλις πάρει ανάστημα, ξεφεύγει απ' τον έλεγχο του πλάστη του κι αποχτά δική του, αυτόνομη ζωή.
Κάτι ανάλογο, μα απ' την αντίστροφη όψη του καθρέφτη, γίνεται στο "Απόψε αυτοσχεδιάζουμε". Εδώ ένας θίασος, μ' επικεφαλής τον σκηνοθέτη-διευθυντή του, προσπαθεί να "κατασκευάσει" ένα θεατρικό δράμα, ξεκινώντας από ένα διήγημα (του ίδιου του Πιραντέλλο, φυσικά). Ο σκηνοθέτης θέλει να υποτάξει την ιστορία, τα πρόσωπα και τους ηθοποιούς στις δικές του αντιλήψεις για το θέατρο, σε σχήματα και φόρμουλες, σε εφφέ καλά οργανωμένου θεατρισμού. Αλλά οι ηθοποιοί "ντύνονται" τόσο πολύ τους ρόλους τους, οι Ρόλοι "μπαίνουν" τόσο πολύ μέσα στους ηθοποιούς, που αυτοί, αγαναχτισμένοι με τις "συνταγές" του σκηνοθέτη, τον διώχνουν πυξ και λαξ απ' το θέατρο και μένουν μόνοι τους να ζήσουν τα μέρη που υποδύονται. Δεν είναι πια ο ηθοποιός Α, η καρατερίστα Β, ο ρολίστας Γ. Είναι τα πρόσωπα της ιστορίας - μιας ιστορίας Ζήλειας, "της πιο τρομερής ζήλειας που υπάρχει, της ζήλειας για το Παρελθόν", που κυριεύει έναν άντρα για τη γυναίκα του και τον κάνει να μανιάσει στη σκέψη πως εκείνη μπορεί να ονειρεύεται την εποχή της εύθυμης νιότης της...

Ο καθαυτό μύθος, όπως σε όλα σχεδόν τα κωμικοδράματα του Πιραντέλλο, είναι "μελοδραματικός". Αλλά ο μύθος ποτέ δεν έπαιξε κύριο ρόλο στο έργο του Ιταλού συγγραφέα. Είναι μια πρόφαση για ν' αντιμετωπίσει το πρόβλημα της ανθρώπινης προσωπικότητας, της τόσο ρευστής, τόσο φευγαλέας, τόσο άπιαστης. Στα "Έξι πρόσωπα" μερικές άυλες μορφές έπαιρναν σάρκα και προσωπικότητα, χάρη στην πρώτη δημιουργική ώθηση ενός συγγραφέα, που τις απαρνήθηκε ύστερα. Στο "Απόψε αυτοσχεδιάζουμε" υλικές μορφές - οι ηθοποιοί - αλλάζουν όψη και προσωπικότητα κάτω απ' την επίδραση των άυλων ρόλων που καλούνται να ερμηνεύσουν.
Αλλά και πάρα πέρα: Τα φανταστικά αυτά πρόσωπα είναι το ίδιο ρευστά, το ίδιο πολύμορφα, όπως και τα πραγματικά. Άλλο σχήμα έχουν για το συγγραφέα που τα επινόησε, άλλο για το σκηνοθέτη που προσπαθεί να τα σχηματοποιήσει άλλο για τους ηθοποιούς που τα ερμηνεύουν και τα ζουν. Σε τελευταία ανάλυση, για τον Πιραντέλλο, τόσο η Ζωή, όσο και η Τέχνη παρουσιάζουν απέραντη πολυεδρικότητα, ανάλογα με το "υποκείμενο" που τα θεωρεί. Και τόσο η Τέχνη όσο και η Ζωή κλείνουν μέσα τους τόση δύναμη, που σπάνε κάθε καλούπι, κάθε προδιάγραμμα, κάθε σχηματοποίηση, και ξεχύνονται κοχλαστικά κι ακράτητα σε δική τους ανεξάρτητη υπόσταση...
Τούτη η αντίθεση ανάμεσα στο προδιαγραμμένο σχήμα (που αντιπροσωπεύει ο Σκηνοθέτης) και στην κυρίαρχη ζωή (που αντιπροσωπεύουν οι Ρόλοι και οι Ηθοποιοί) αποτελεί το επίκεντρο του "Απόψε αυτοσχεδιάζουμε". Ο Πιραντέλλο, με την εικονοκλαστική ορμή του, δε δίστασε να διαλύσει και ν' απαρνηθεί κάθε "ενότητα" στο έργο του, δε δίστασε να ξεσκεπάσει μπροστά στο θεατή την τεχνική και την "κουζίνα" της συγγραφής και της παράστασης ενός έργου. Παραιτήθηκε από όλα τα "ατού"  της φαντασίωσης και της υποβολής που χρησιμοποιεί το θέατρο, βάζει τους ηθοποιούς να σταματάνε την παράσταση και να τσακώνονται με το Σκηνοθέτη ή μεταξύ τους, μα μαρτυράνε και κοροϊδεύουν τα θεατρικά τρυκ. Κι όμως, το έργο του - το τόσο γυμνωμένο από θεατρική "γοητεία" - αποκτά μιαν άλλη γοητεία, δική του. Γιατί δεν είναι ένα απλό παιχνίδι, που αποκαλύπτει τα εντόσθια του θεάτρου. Είναι ένα δράμα σε βαθύτερο επίπεδο, που αποκαλύπτει τα εντόσθια της ανθρώπινης προσωπικότητας...

Μάριος Πλωρίτης

*

Σχετική με τα "Έξι πρόσωπα" (και την Ελλάδα) είναι μια συνέντευξη που είχε δώσει ο Λουίτζι Πιραντέλλο στον Κώστα Ουράνη, λίγο πριν απ' τον θάνατό του. (βλ. Κ. Ουράνη: Ελλάς και Πιραντέλλο", Νέα Εστία, 1.12.1934):
"Την Ελλάδα την φέρνω μέσα μου. Αυτής το πνεύμα φωτίζει τη σκέψη μου και παρηγορεί την ψυχή μου. Μπορώ μάλιστα να σας πω ότι, χωρίς να έχω πάει, την ξέρω. Είμαι από τη Σικελία, τη Μεγάλη Ελλάδα... Εξ άλλου είμαι ο ίδιος Ελληνικής καταγωγής. Ναι, ναι, μην εκπλήττεσθε. Το οικογενειακό μου όνομα είναι Π υ ρ ά γ γ ε λ ο ς. Το Πιραντέλλο δεν είναι παρά η φωνητική παραφθορά του: Πιραντζέλο, Πιραντέλλο. Και συνεχίζει ο Ουράνης:
"Ως μιαν ακόμα ένδειξη της Ελληνικότητάς του, ο Πιραντέλλο μου έφερε το γεγονός ότι το περίφημο έργο του "Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα", με το οποίο έγινε παγκόσμια γνωστός, το συνέλαβε ως  α ρ χ α ί α  τ ρ α γ ω δ ί α. 
"Έβαλα σ' αυτό το Χορό, που γεννήθηκε, καθώς ξέρετε, στη Σικελία, με τον Στησίχορο. Ο χορός στο έργο μου είναι οι ηθοποιοί. Κορυφαίος του Χορού είναι ο διευθυντής του θεάτρου (ο σκηνοθέτης) και τα έξη πρόσωπα είναι τα πρόσωπα της τραγωδίας... Αυτό δεν το είδε κανείς από τους σκηνοθέτες που το ανέβασαν στις διάφορες σκηνές του κόσμου. Και γι΄αυτό, στον πόθο μου να δω την Ελλάδα, προστίθεται και ο πόθος μου να παρουσιάσω εγώ ο ίδιος στον τόπο της τραγωδίας το έργο μου, σαν αρχαία τραγωδία... Θα ενεφάνιζα, δηλαδή, τα έξι πρόσωπα με μάσκες, ακίνητες, που θα εκφράζουν την ουσιώδη καθενός υπόσταση: η μάσκα του Πατέρα την τύψη, της Μητέρας τον πόνο, της Κόρης την εκδίκηση, του Γιου την περιφρόνηση και ούτω καθεξής..."
Αυτόν τον πόθο δεν μπόρεσε, δυστυχώς, να τον πραγματοποιήσει ο Πιραντέλλο. Δυο χρόνια αργότερα, άφηνε για πάντα αυτόν τον κόσμο της αυταπάτης.