Posted by Γιώργος Τσακιράκης | Posted in | Posted on 9:54 μ.μ.

0

Αυτός ο τόπος ποιητικού Πολιτισμού και ευαισθησίας δεν έχει περιφράξεις για κανέναν.
___________________________________________

  Η (εικοστή έβδομη) ανανέωση ύλης της ιστοσελίδας ολοκληρώθηκε. Η επόμενη ανανέωση θα γίνει στις 30  Γενάρη 2018.
  Το συνολικό περιεχόμενο υπόκειται σε πνευματικά δικαιώματα που, στο σύνολό τους, ανήκουν στους δημιουργούς, και έχουν κατοχυρωθεί σύμφωνα με την Ελληνική και Διεθνή νομοθεσία, καθώς και με την κατάθεση σε Ελληνικούς και Διεθνείς Οργανισμούς.
  Οι καταχωρήσεις ήταν και θα παραμείνουν πάντοτε απολύτως αφιλοκερδείς.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΠΡΑΤΙΚΑΚΗΣ, Ο ΨΙΘΥΡΟΣ ΤΟΥ ΤΑΟ, Η ΕΞΩΣΗ / ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΣΑΚΙΡΑΚΗΣ ΚΡΗΣ, ΑΥΤΟΣ Ο ΑΝΕΜΟΣ, ΣΤΗ ΜΑΡΙΑ ΤΗΣ ΖΑΚΥΘΟΣ (AMOROSA) / ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΠΟΥΛΩΤΗΣ, ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΠΡΟΣ ΠΑΡΙΑ, ΗΣΟΥΝ ΚΙ ΕΣΥ ΕΚΕΙ, ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΤΡΙΩΝ ΗΧΩΝ

Posted by Γιώργος Τσακιράκης | Posted in | Posted on 9:51 μ.μ.

0

Μανόλης Πρατικάκης

Ο ψίθυρος του Ταό

Ο άνεμος συνομιλεί στις φυλλωσιές. Ζώα λάμπουν
στο υγρό σκοτάδι, αγαθά ένστικτα
μας στέλνουν από κει το ασήμι τους.
Κάτω απ' το πεύκο ακούω
         του ανέμου τον ψίθυρο:
η περιττή ευφράδεια είναι τραύλισμα
Μην τρέχεις. μην πράττεις. Άφησε το θολό νερό
να καταλαγιάσει και να γίνει διάφανο.
 Ο σκίουρος είναι μαλακός. είναι αυτοκράτορας 
γιατί δεν έχει προκαταλήψεις.
Ο σοφός νους είναι σαν το νερό: παίρνει
τις πιο χαμηλές θέσεις που οι άλλοι αποφεύγουν,
κι όμως γεμίζει πρώτος τα χάσματα.
Άκουσα ακόμα: άμα δεν έχεις πάθος,
θα κλοτσάει το σκαρί. Θα τραυλίζουν
οι αρμοί και τα ξύλα, αν ο νους σου δεν έχει
του Ωκεανού τους τρόπους. 

Για να βγει άξια μουσική, ο φλογέρα οφείλει
να 'ναι το λαρύγγι που προεξέχει.

*


Η έξωση

Σας μιλώ όπως πάντα φευγάτος. Σας κοιτώ
όπως κοιτάνε τα χώματα μέσα απ’ τα μάτια των δέντρων.
Ακούω τις ασπρόμαυρες φωνές σας.
Και τι πιστά που παίζετε μέσα στην κίνηση τους ζωντανούς.
Τις κακόφημες ώρες περνώ απ’ το μπαρ. Βοσκάω
τα χτυπημένα ελάφια. Φορώ φθαρμένα ρούχα και
καπνίζω. Δεν άλλαξα, βλέπετε, συνήθειες όπως κι εσείς.
Μετά την έξωση μονάχα άλλαξα υπόγειο.
Κάτι ανεπαίσθητο σαν ανάλαφρη ψύχρα.
Ύπτιος τώρα, με απαλές κινήσεις, ανεβαίνω, κάτω
απ’ την επιφάνεια και τρώγω τις αγαπημένες μου
αγκινάρες από τη ρίζα.

 ___


Γιώργος Τσακιράκης Κρης

Αυτός ο άνεμος

Αυτός ο άνεμος τα χαλάει όλα.
Δεν μπορώ να σταυρώσω τα
χέρια μου και να πω: Α, ωραία
είναι εδώ! Θα θαυμάσω
κάθε τοπίο. Πώς μπορείς
να το κάνεις αυτό με δυο
χέρια που γίνονται κι αυτά
άνεμος∙ πώς θα ξαναφτιάξεις
- και πότε – τις αρθρώσεις∙ πώς
θα ξαναβάλεις τα νύχια στη θέση
τους∙ το μεγάλο στο μεγάλο
δάχτυλο και το μικρό στο μικρό
- και ποιο είναι, θεέ μου, το
δεξί και ποιο το αριστερό! Τα
πάντα εν σοφία δε μπορείς
να ποιήσεις, έτσι ατζαμής
και άτσαλος. Γαλήνεψε,
Κύριε∙ δεν διακυβεύω τη
σοφία σου. Θ’ αφήσω
τα χέρια μου ελεύθερα
να σ’ ακολουθούν ακόμα
κι εκεί που ποθείς κι εσύ
διακαώς να πας. Αλλά ο
Παράδεισος είναι ήδη χαμένος.

*

Στη Μαρία της Ζάκυθος
(amoroza)

Η Αφροδίτη έπαιζε κάποτε μαζί μου
σε δροσερές πηγές∙ μα θνητή εγώ κι η
άλλη όχθη με περίμενε∙ κι η θεά
η ζηλόφθονη τον εαυτό της μόνο
κρατούσε ανάλλαχτο. Όμως, μύθος όλα
κι η ίδια η Κύπριδα. Αλλά εγώ –
έστω και λυπημένη – στις παρυφές του
Αγίου κρατώντας το σένιο, αληθινά
έζησα. Τα επίγεια τώρα πρέπει πρώτα
να τελειώσω κι ύστερα, του καραβιού μου
το σημάδι κι άνθη Φυλλίδας θα δέσουν
πάνω στα φύλλα μου. Θ’ αφήσω, με την
παλιά καλοσύνη, κάθε κακία για
τ’ ανθρώπινα∙ κι ούτε που το ’ξερα
πως θα ονειρευόμουν αναθήματα.

___


Χρήστος Μπουλώτης 

Συγγραφέας προς παρία

Στην ιστορία εισέβαλες αιφνίδια in medias res
κι ούτε που σ' είχα υπολογίσει. Με εμφανή την 
πρόθεσή σου να με υπονομεύσεις, πήρες ν' αλλάξεις
την πλοκή, τους φωτισμούς, την υπόγεια τοπο-
γραφία της πόλης, μέχρι και τα σημεία στίξεως.

Η δι-εκδικητική αυτή αυθαιρεσία σου
θα τρόμαζε μελλοντικούς αναγνώστες.

Επιστρατεύοντας θεούς και δαίμονες,
τις τεχνικές μου όλες,
πρόλαβα να σε πετάξω έξω απ' το παιχνίδι
μ' έναν άθλιο θάνατο σε ημιφωτισμένη παράγραφο
κακόφημου ενός δρόμου. Όπως σου άξιζε άλλωστε.
Μόνο γι' αυτό το τέλος σου θα σε θυμούνται ίσως
κάποιοι.

Με τρώει όμως η αμφιβολία αν ο θάνατος
που σου έδωσα ήταν πράγματι αμετάκλητος βαθιά.

Και να 'μαι τώρα μ' ένα κομμάτι φόβο
ξεροκόμματο ανάμεσα στα δόντια
μήπως ξαναεμφανιστείς
να διεκδικήσεις μια ιστορία
απ' την αρχή, πετάζοντας εμένα ανελέητα
απ' το παιχνίδι.

*

Ήσουν κι εσύ εκεί

Με αδέξια μια κίνηση
θρύψαλα η μποτίλια στα πλακάκια
κι ούτε σταγόνα χύθηκε.
ήσουν εσύ εκεί γι' αυτό, μετέωρη μέσα στο θαύμα
που κράτησε ανέπαφο
το γυάλινο σχήμα του κρασιού.

Πού τέτοια τώρα;... Βάλθηκε ο χρόνος να μας στέψει
μόνους
μονάχους
μονομάχους
καθώς έλεγε ο Παύλος Κ., Μακεδόνας φίλος
κι αυτόπτης μάρτυρας σ' εκείνο το συμβάν.

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΟΥΓΟ ΦΩΣΚΟΛΟΣ, ΑΦΙΕΡΩΜΑ Ή ΜΟΝΟΛΟΓΙΑ

Posted by Γιώργος Τσακιράκης | Posted in | Posted on 9:50 μ.μ.

0


Νικόλαος Ούγο Φώσκολο(ς), Ζάκυνθος 1778 - Λονδίνο 1827 

Παρουσιάζοντας τον Νικόλαο Ούγο Φώσκολο θα δώσω ιδιαίτερη σημασία και ιδιαίτερη θέση πρώτα στα γενεαλογικά του στοιχεία, επειδή- κατά την προσωπική μου άποψη - έχουν ιδιάζουσα σπουδαιότητα. Ο Φώσκολος, πολύ ελλιπώς τιμημένος στην Ελλάδα αλλά έχοντάς την τιμήσει ανυπολόγιστα -  ήταν αδιαίρετα πρώτιστα Έλληνας και το ίδιο αδιαίρετα  Ιταλός. Ο ίδιος, προβάλλοντας σε κάθε περίσταση - με το έργο, τη ζωή, τους λόγους, τις διεκδικήσεις και τις επιδιώξεις του - την Ελληνική του γέννηση, την Ελληνική του ψυχή και το Ελληνικό του φρόνημα, θεωρεί  και τις δυο χώρες πατρίδα του με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, κινούμενος με πολιτιστικό, λογοτεχνικό και ιδεολογικό πνεύμα Ελληνικό, Ιταλικό, ελεύθερο και πανανθρώπινο.
Πατέρας του ήταν ο Αντρέα Φόσκολο, Ενετός γιατρός, γεννημένος όμως στην Κέρκυρα και μητέρα του η Ελληνίδα Διαμαντίνα Σπαθή.

"Οι πρόγονοί μου", γράφει, " πήγανε στο 16ο αιώνα από τη Βενετία στην Κρήτη και πήρανε τίτλο πατριωτικό και κληρονομικά τσιφλίκια, με την υποχρέωση όμως να την υπερασπίζουν εναντίο των Τούρκων. Μα η Κρήτη έπεσε αργότεραστα χέρια των Αγαρηνών. Και μεταξύ εκείνων που τους κατηγόρησαν τότε πως δεν την υπεράσπισαν όπως έπρεπε, ήταν και ο Ανδρέας Φώσκολος, ο αρχηγός της οικογένειας...

Ο G. de Pellegrini απέδειξε σ' ένα γενεαλογικό περιοδικό της Βενετίας πως "Οι Φώσκολοι από τους οποίους κατάγεται ο ποιητής, ανήκαν σε οικογένεια πατρικίων ξεπεσμένων, που εγκαταστάθηκαν στην Κρήτη. Από εκεί, στα τέλη του 17ου αι. πέρασαν και εγκαταστάθηκαν στα Επτάνησα".

Μεταξύ των ταλαιπώρων εκείνων οικογενειών, γράφει και ο Δε-Βιάζης, που έφυγαν μετά την πτώση της Κρήτης, ήσαν και εκείναι αι μέλλουσαι να δώσωσιν εις την νεωτέραν Ελλάδα τους δύο μεγαλυτέρους ποιητάς, η του Φωσκόλου και η του Σολωμού.
Η του Σολωμού μετέβη εις Μονεμβασίαν και τη 1η Ιαν. 1697 δια δουκικού διατάγματος του Αλοϊσίου Μοτσενίγου έλαβεν η οικογένεια τον τίτλον του κόμητος χάριν των μεγάλων αυτής θυσιών υπέρ της πατρίδος Κρήτης. Η δε οικογένεια του Φωσκόλου ηκολούθησε τον στόλον, ο οποίος μετέβαινεν εις Κέρκυραν... Απεδείξαμεν εκ των εγγράφων άπερ εδημοσιεύσαμεν τω 1883, ότι ο πατήρ του και ο πάππος του είναι Κερκυραίοι, οι άλλοι πρόγονοί του Κρήτες, ότι ορθόδοξοι ήσαν και αι σύζυγοι των Φωσκόλων. Λοιπόν ο αθάνατος ποιητής των "Τάφων" και των "Χαρίτων", ο μέγας πατριώτης, ανήκει εις την Ελλάδα μετά αλανθάστους επισήμους μαρτυρίας.

(* το όνομα Ούγο του δόθηκε στη Βενετία, όπου υπηρέτησε σαν γραμματέας του νομοθετικού συμβουλίου). 

*

Ύμνος στο καράβι των Μουσών (απόσπασμα)

(Ο Αλκαίος χαιρετίζει το καράβι με το οποίο οι Μούσες πηγαίνουν στην Ιταλία, αφού πήραν οι Τούρκοι την Κωνσταντινούπολη)

"Στα χρυσά δαφνοστέφανα ποτήρια,
τώρα του Βάκχου χύσετε τα δώρα 
και κάμετε σπονδή και δεηθήτε 
ψηλά απ' τα ορθόπρυμνα καράβια, ω ναύτες,
τη φοινικόδεντρη τιμώντας Δήλο
πούναι ιερό νησί, της Λητώς δώμα,
και τ' αγαπάει κι η μάνα των Νεράιδων
καθώς και ο δυνατός Ενοσιγαίος.

Η οργή δεν θα ξεσπάσει των κυμάτων
τριγύρω στις βραχόπετρες Κυκλάδες,
κ' η Νύχτα στην πυκνή την καταχνιά της
τις βολικές πνοές δεν θα κρατήσει
της αύρας, δεν θα συγνεφοσκεπάσει 
το φως της χαραυγής που το προσμένουν
σαν οδηγό. Τη δέηση θα εισακούσει
ο Φοίβος στις ακροκορφές της Δήλου
της πρόσχαρης,  όπου ελαιώνες έχει
και δάφνες που ανεμόσειστες θροούνε.
Στο πέρασμά σας, τους γαλάζιους δρόμους
θα γαληνέψει, τις πνοές του Αιόλου
υπάκουες θα στείλει στα πανιά σας,
γιατί όπου ο γιος του Δία ρίξει το μάτι
φέρνει χαρά. Κι όποιος τιμάει τη Δήλο
δοξάζει τον Απόλλωνα. Εδώ πέρα
της Λητώς είναι δώμα, που επλανιόταν
ετομόγεννη, μάταια σε ακρογιάλια 
και σε βουνά. Κ' εμπρός της τα ποτάμια
γρήγορα σαν τον άνεμο ξεφεύγαν...
Το βαρύ της πλευρό πού θ' ακουμπήσει
να ξεγεννήσει; Για τ' Ολύμπιο τέκνο
λουτρό και λίκνο πού θε νάβρει η δόλια;
......................................................."

Έτσι ο Αλκαίος με τούτο το τραγούδι
τους Τρίτωνες έκανε να ησυχάσουν
και τους άστατους οδηγούς ανέμους.
Και στο Αιγαίον έπλεε το καράβι
προς τα Τυρρηνικά νερά, ζητώντας
την Ιταλία, στη χώρα της Τοσκάνας
εκεί να πάει τις Μούσες να σωθούνε
από την προσβολή του άγριου του Αράπη
κι απ' τα σπαθιά κι απ' τη φωτιά, κι ακόμη
από τους νέους θεούς κι από το νέο κράτος.
Όταν με ορμή ταταρικών αλόγων
ενάντια στην αδύναμην Ελλάδα
ο Άρης ξαπόλυσεν οργή πολέμου,
και το στεφάνι χάρισε της νίκης
στη βάρβαρη φυλή των Οσμανλήδων, 
άνθισε τότε των Μουσών ο κήπος
στην Ιταλία, κ' εδώ ήρθαν οι τεχνίτες
να κρύψουν την ευλογημένη κυψέλη
που το χρυσό της μέλι μας χαρίζει
............................................... 
Ζάκυνθο, χαίρε. Στις ακτές του Αδρία
στη στερνή κατοικία των Εφεστίων
θεών και των προγόνων μου, θ' αφήσω
τα τραγούδια μου και τα κόκαλά μου.
Και σε σε μονάχα τους στοχασμούς μου. 
Γιατί όποιος την πατρίδα του ξεχάσει
μήτε στα θεία δεν ομιλεί με σέβας.
..................................................

*

Ωδή στη Λουΐτζια Παλαβιτσίνη (απόσπασμα)
(που έπεσε από το άλογο στα 1800)

Οι χάριτες ετοιμάζουν για σένα τα ουράνια βάλσαμα και τους μυρωμένους επίδεσμους, που έδωσαν στην Κυθέρεια σαν τρύπησε το θείο της πόδι βέβηλο αγκάθι, την ημέρα που αλλόφρονη γέμιζε την ιερήν Ίδη με βογγητά. Τίναζε με τα μαλλιά της τα δάκρυα κι έβρεχε το ματωμένο στήθος του Κύπριου νεανία. Τώρα κλαίνε για σένα οι Έρωτες, για σένα τη θεά και βασίλισσα ανάμεσα στις θεές της Λιγουρίας! Φέρνουν για τάμα λουλούδια στο βωμό όπου αντηχεί το φημισμένο τόξο του παιδιού της Λητούς.
Σένα καλεί ο χορός εκεί που έφερναν σπάνια μυρωδιά οι ζέφυροι, τότες που τα μαλλιά σου ανυπόταχτα στο πλέξιμο γίνηκαν τρυφερή απασχόληση στο τριανταφυλλένιο μπράτσο. Έτσι κι η Παλλάδα  βυθισμένη στο λουτρό, που έρχεται από το ύψωμα του Ινάχου φέροντας λουλούδια, έχει τα μαλλιά της ελεύθερα από την περικεφαλαία, έξω από τα νερά, πάνω στο χέρι της που στάζει. - Αρμονικοί τόνοι έβγαιναν από τα χείλη σου και στα γελαστά σου μάτια φαινόταν της Αφροδίτης η οργή και η γαλήνη, η ελπίδα, το κλάμα και τα φιλιά. Αχ! Γιατί απασχολείς το λεπτό σου σώμα και το έξυπνο μυαλό σου με αντρικές ασχολίες; 
Γιατί δεν ακολούθησες, απερίσκεφτη, την τέχνη των Ακνίδων, μα προτίμησες τις δύσκολες ασκήσεις του Άρη;... Να χαθή κείνος που τόλμησε πρώτος να βάλει βάρβαρα το τρυφερό γυναικείο κορμί πάνου σ' άπιστο άλογο και με κακές συμβουλές άνοιξε νέο κίνδυνο στην ομορφιά!..
Μια μέρα έσερναν το χρυσωμένο άρμα της Κυνθίας τα ελάφια, μα στις άγριες φωνές τρελάθηκαν από φόβο και γκρέμισαν τη θεά από την Αίτνα. Χάρηκαν το γέλιο της ζήλιας οι θεές του Ολύμπου σαν το θείο πρόσωπο φάνηκε στους ουράνιους συνδαιτημόνες σιωπηλό και ωχρό, σκεπασμένο μ' ένα πέπλο.  Μα έκλαψαν πολύ την ημέρα που γυρίζοντας χαρούμενη από τους εφεσίους χορούς, ανάμεσα στις αφοσιωμένες της παρθένες - στις Μούσες - ανέβηκε στον Ουρανό πιο ωραία η αδελφή του Φοίβου.

*


Οι «Τάφοι» και οι «Χάριτες» θεωρούνται τα αριστουργήματα του Φώσκολου

Σχετικά με τις "Χάριτες", αναφέρει η Μαριέττα Μινώτου: πού ακριβώς του ήλθε η ιδέα να τις γράψει  δεν μπορούμε να καθορίσουμε.  Στο 1803 οπωσδήποτε στα σχόλια της «Κόμης της Βερενίκης» ο Φώσκολος εδημοσίευσε τέσσερα αποσπάσματα που έλεγε πως είναι αποσπάσματα από ένα παλιό ύμνο στις Χάριτες. Ο Ορλανδίνι μας λέει… πως τέτοιοι στίχοι ελληνικοί δεν υπάρχουν. Γι’ αυτό νομίζει ότι ο Φώσκολος σκοπεύοντας να γράψει για τις Χάριτες, δημοσίευσε τα αποσπάσματά του εκείνα θέλοντας να δη την εντύπωση που θάκανε στο κοινό ένα τέτοιο θέμα. Αργότερα, όταν είδε τον Κανόβα να εργάζεται επανήλθε στην πρόθεσή του.
Στα 1808 μονάχα ξαναβλέπουμε τον ποιητή σε μια επιστολή του στον Μόντι να λέει πως μεταξύ των ύμνων τους οποίου σκόπευε να κάμη και για τους οποίους είχε μαζέψει υλικό και πολλά στιχουργημένα αποσπάσματα, ήταν και ο ύμνος στις Χάριτες όπου «θα υμνούσε όλες τις μεταφυσικές ιδέες για το ωραίον». 

Από το σύμπλεγμα των Χαρίτων του Κανόβα, που το εξέθεσε στη Ρώμη στα 1814, φαίνεται πως πήρε φαντασία ο Φώσκολος… Δεν τούδωκε πάντως την πρώτη ιδέα, αφού την πρώτη του σύνθεση σ’ έναν ύμνο (απ’ τους τρεις των Χαρίτων) έκαμε στα 1813. Και στις 13 Νοέμβρη 1814 έγραφε: Οι Χάριτες μου δυστροπούν και βλέπω πως θάμαι ευχαριστημένος να τις ξαναρχίσω την Άνοιξη. Τότε όμως άρχισαν οι πολιτικοί διωγμοί (απ’ τους αυστριακούς) και ο Φώσκολος, που ήταν απ’ τους πρώτους, κατέφυγε στην Ελβετία (εκεί φυσικά μέσα στη δυστυχία του δεν του ήταν εύκολο να ασχοληθεί με αυτές) και κατόπιν στην Αγγλία. Και στο Λονδίνο πάλι δεν κατόρθωσε να τις τελειώσει. Την ίδια εποχή (1818) έγραψε στον Σύλβιο Πέλλικο: Ίσως θάχω τόση ησυχία ψυχής και καιρό, ώστε να ιδώ τελειωμένες τις Χάριτες, τις αγαπημένες μου Χάριτες. Αλλά η ησυχία αυτή δεν του ήλθε ποτέ.

Έπειτα μονάχα βλέπουμε στα 1822, δημοσιευμένη στο Λονδίνο τη διατριβή του που περιέγραφε τα αριστουργήματα γλυπτικής που είχε μαζέψει ο Λόρδος Μπέτφορδ. Μέσα στα αριστουργήματα ήταν και το σύμπλεγμα των Χαρίτων του Κανόβα. Ο Φώσκολος βρήκε την ευκαιρία να δημοσιέψη κει μέσα τη διατριβή του με τίτλο «Ο πέπλος των Χαρίτων». Μέσα σ’ αυτή έβαλε μερικά αποσπάσματα του ποιήματός του, αποσπάσματα που καθώς έγραφε, ανήκαν σ’ ένα ποίημα που ο συγγραφέας του δεν κατόρθωσε ως τώρα να τελειώσει άξιο του θέματος.
Η θαυμάσια αυτή διατριβή  είναι το τελευταίο σημάδι ζωής που έδειξε για τις Χάριτες. Ακολούθησαν τα πιο θλιβερά και ταλαιπωρημένα χρόνια της ζωής του και πέθανε το 1827 αφήνοντας ατελείωτο και αδημοσίευτο το αγαπημένο του εκείνο έργο, που τούχε  στοιχίσει τόσους και τόσους κόπους και μελέτες.

*

Χάριτες, απ' τον δεύτερο ύμνο, ΙΙΙ

(η περιγραφή του πέπλου των Χαρίτων)

Κάλεσε γύρω της τις θεές και μοίρασε σ' όλες την εργασία του δώρου, πούχε υποσχεθεί στις δειλές Χάριτες. Η κάθε μια έτρεχε προσεχτικά στις διαταγές. Στο μέσο η γαλαζομάτα Αθηνά διεύθυνε την παρθενική της συντροφιά. Τρεις γυμνές Ώρες, μετριάζοντας τη λάμψη των χρυσών αχτίδων του Ήλιου, έστρεφαν τα λαμπερά τους αδράχτια και άπλωναν το στημόνι του πέπλου. Ήρθαν οι Μοίρες σκεπασμένες με κόκκινα πέπλα και με μαλλιά στεφανωμένα με φύλλα βαλανιδιάς. Οι τρες μάντισσες γέμισαν τη σαΐτα τους με πολλά υφάδια διαμαντένια, αχτιδοβόλα σαν τον ουρανό, ευκολοδούλευτα, διάφανα κι απρόσβλητα για πάντα από το θάνατο. υφάδια που γνέθουν τη ζωή των θεών. Η Ίρις κατέβηκε ανάμεσα στους Ζέφυρους όχι λιγότερο ερωτευμένη για το έργο. Μάζευε από ψηλά τα πλανώμενα λαμπερά σύννεφα, που συναγωνίζουνταν σε χρώματα, και τάρριχνε στον αργαλειό της Φλώρας για να στολίσει τον πέπλο. Τότες τα χέρια της Φλώρας μετέβαλαν πολλά χρώματα σε γέλιο, ευωδιά και σε χίλια πρόσωπα. Συ, Ψυχή, καθόσουν λέγοντας συχνά στην καρδιά σου, δίχως ν' ανοίγεις το στόμα. "Αχ! πόσες χαρές υπόσχεται κι' όμως στέλνει δάκρυα ο Έρωτας!". Πύκνωνες με το χτένι το πανί και τότες οι εκφραστικές της Θάλειας χορδές και η θεά Τερψιχόρη - που γύρω σου χόρευε χαρούμενη και σε κοίταζε - σ' ανακούφιζαν στο έργο και τη σκέψη σου. Κυλούσε μαζί καθαρό το τραγούδι της Ερατώς, διευθυνόμενο από κείνους τους ήχους. Η Φλώρα, σύμφωνα με το τραγούδι που άκουε, ζωγράφιζε με το βελόνι.
Ανακάτεψε, μυρωμένη θεά, τριανταφυλλένιες κλωστές. Στη μέση του πέπλου ας χορεύει τολμηρή κι ας τραγουδά η νεότης ανάμεσα στο χορό των ελπίδων της. Χτυπά συχνά ο Καιρός με παλιά λύρα και η χορεύτρια κατεβαίνει ένα ύψωμα, που κανείς δεν ανεβαίνει πια. Οι Χάριτες σηκώνουν λουλούδια στα πόδια της για να στολίσουν τα στεφάνια της. Κι όταν σ΄αφήσουν τα ξανθά μαλλιά και χάσεις τ' όνομά σου, θα ζουν τ' άνθη εκείνα, ω Νειότη, και γύρω στο μνήμα θα βγάζουν ακόμα ευωδιά. Ανακάτεψε, συμπαθητική θεά, χιονάτες κλωστές κι ας βγει ο Έσπερος από τη δουλειά των δακτύλων σου στη μια πλευρά του πέπλου. Από ένα μυρτένιο δάσος βγαίνουν τριγυρίζοντας ανάμεσα στις σκιές και τις αχτίδες δυο τρυγόνια, μουρμουρίζοντας με τα φιλιά τους. Τα κοιτάζει κρυμμένο ένα αηδόνι σιωπηλό, τ' ακούει κι έπειτα τραγουδά υμεναίους. Εκείνα φεύγουν ντροπαλά στο δάσος. Βάλε, των λουλουδιών μητέρα, δάφνη στις κλωστές, Στην αντίθετη μεριά ας πλανάται με της Χαραυγής τη λάμψη το όνειρο. Στα δαμασμένα βλέφαρα του πολεμιστή στείλε τα λυπημένα πρόσωπα του πατέρα και της μάνας του που πηγαίνουν δακρυσμένοι τάματα στους βωμούς. Εκείνος ξυπνά, βλέπει τους αιχμαλώτους του και ανακουφίζεται. Βάλε, ευγενικιά Φλώρα, χρυσάφι στις κλωστές και ζωγράφισε στη δεξιά άκρη ένα γιορτινό συμπόσιο. Το Πνεύμα ας στεφανώσει με τη σειρά πρώτα τα κύπελλα των εξορίστων. Είναι τώρα ελεύθερη η χαρά, γελαστή η επίπληξη, ειλικρινής ο έπαινος. Στην άκρη κάθεται προσεχτική η Σιωπή, δείχνοντας πως τα πειράγματα δεν πρέπει να περνούν τα όρια. Ανάμιξε γαλάζιες κλωστές, ω θεά, και ζωγράφισε στην τελευταία άκρη μια γυναίκα που μόνη αγρυπνεί στις σιωπηλές ώρες μαζί με τις σκιές. Έχει αναμμένη μια λαμπάδα στην κούνια και φοβάται πως τα κλάμματα του μονάκριβου παιδιού της είναι προμηνύματα θανάτου. Σ' εκείνη την πλάνη που βρίσκεται μόνο δάκρυα στέλνει στους θεούς. Ευτυχισμένη! Ακόμα δεν ξέρει πόσο προβλεπτικός είναι στα παιδιά ο αιώνιος ύπνος και πως τα κλάμματα είναι προμάντεμα δύστυχης ζωής.!"
Μόλις η Φλώρα τέλειωσε το κέντημα που έκανε σύμφωνα με το τραγούδι της Ερατώς, η Χρυσαυγή στεφάνωσε τις άκρες του πέπλου που κυμάτιζαν στον αέρα με τριαντάφυλλα άγνωστα σε μας. Μονάχα η ευωδία κατεβαίνει στη γη όταν είναι κοντά ένας Θεός. Από τις άλλες αθάνατες τελευταία ήλθε δροσοστόλιστη η ξανθή Ήβη, άφωνη, έχοντας τα μαλλιά δεμένα σε χίλιους κόμπους ανάμεσα στα μαργαριτάρια. Γύρισε τον αμφορέα και ράντισε με αμβροσία το μοιραίο πανέμορφο έργο τους. Και το πέπλο εκείνο γίνηκε αιώνιο. Έπειτα όλες οι θεές το άπλωσαν πάνου στις τρεις θυγατέρες της Κυθέρειας. Κι εκείνες ανάμεσα από τις φλόγες του Έρωτος πήγαν ανέγγιχτες να σκορπίσουν τη χαρά στη γη. Μ' όλο πούταν σκεπασμένες εφαίνουνταν παρθένες γυμνές όπως πρώτα.

(H Φλόρα ήταν θεά των λουλουδιών και της Άνοιξης των Ρωμαίων. Κάθε Απρίλιο ή αρχές Μαρτίου προς τιμήν της γίνονταν τα Φλοριάλια , γιορτή που συμβόλιζε την ανανέωση του κύκλου της ζωής που σημειωνόταν με τον χορό και το πότισμα των λουλουδιών . Σύζυγος της ήταν ο Αίολος θεός του ανέμου. Στην Ελληνική μυθολογία ταυτιζόταν με την Χλωρίδα).

*

Για το άλλο μεγάλο έργο το Φώσκολου, τους «Τάφους», ο Γεώργιος Καλοσγούρος γράφει:  Δεν είναι ίσως άλλο ποίημα, όπου τα βαθύτερα, τα γενναιότερα και τα καθολικότερα αισθήματα του ανθρώπου να προβάλλουν  εμπρός μας με τόση ζωή και πάθος και ύψος εικόνων, και αυτά όλα να φανερώνονται σε μία μορφή τεχνικότατη, δίχως όμως η τέχνη να πειράξει καθόλου την ειλικρίνεια... Δεν είναι ποίημα, όπου ο βαθύς πόνος για την πατρίδα να σμίγεται τόσο θαυμαστά με τον πόνο της ανθρωπότητος, συναπαντώντας τη συνείδηση όλων των ανθρώπων του καιρού μας, ώστε ν’ αναταράζεται όλο το βάθος της χωρίς σχεδόν διαφορά από τον Ιταλό αναγνώστη στον ξένο. Και δεν είναι ίσως άλλο ποίημα, όπου η αντίθεση, αληθινή πηγή του ωραίου της τέχνης, να εργάζεται τόσο, όσο στους τρακόσιους τούτους στίχους, που ανοίγουν εμπρός μας ένα κόσμο ολόκληρο… Στους Τάφους ο Φώσκολος, λέγει ο Φρανγκίσκος Δε Σάνκτις, ξετυλίγει όλες τις δύναμές του. Θαρρείς πως είσαι μέσα σ’ ένα ναό, και πως η ψυχή σου ανοίγεται για να αισθανθή τα υψηλότερα αισθήματα. Η Ιταλία δεν είχε δει ακόμα τίποτε παρόμοιο. Το ιταλικό πνεύμα ήταν από πολύ καιρό άρρωστο. Ο ποιητικός λόγος ήταν όλος επιφάνεια, κόσμος εξωτερικός πλασμένος από τη φαντασία, δίχως κανένα αντίλαλο εσωτερικό και από τούτο επήγαζε και ο συνθηματικός και ρητορικός χαρακτήρας του. Ήταν ανάγκη να ξαναγίνει ένας ενδόμυχος κόσμος, να ξαναστηθεί η συνείδηση.

Καθώς είπε ο Λουδοβίκος Λαβίτσας, η πηγή και το κέντρο της ιδέας, που ζωογονεί όλο το άσμα, είναι οι τάφοι του Σταυρωμένου, ναού στη Φλωρεντία, όπου είναι θαμμένοι οι μεγαλύτεροι άντρες της Ιταλίας… Από αυτούς τους τάφους θα βγει η φωνή της Ελευθερίας, η ελπίδα και το θάρρος του μέλλοντος και, καθώς λέγει ο ίδιος:



     Ανίσως ελπίδα δόξας στα γενναία

ποτέ των Ιταλών πνεύματα λάμψη, εδώθε

το προμήνυμα θάβγη.




*
Οι τάφοι

(αφιερωμένο στον Ιππόλυτο Πινδεμόντη)

(απόσπασμα)  

Deorum manium jura sancta sunto, XII Tah

Στον ίσκιο των κυπαρρισιών και μες τους τάφους
δροσισμένους με κλάμα, είν' ίσως του θανάτου
ο ύπνος πλιο γλυκός; Αν πλια για μένα ο ήλιος
στη γη δε θ' ανασταίνει την ωραία τούτη
από μύρια χορτάρια γενεά και ζώα,
κι όταν εμπρός μου με τα μάγια τους πλανήτρες
δε θα πλέκουν χορούς οι ώρες που θε νάρθουν,
κι από σε, γλυκέ φίλε, δε θ' ακούω το στίχο
και τη λυπητερή αρμονία που τον κυβέρνα,
μήτε πλια στην καρδιά δε μου μιλεί το πνεύμα 
των παρθένων Μουσών και της Αγάπης, μόνη
παρηγοριάς πνοή στην άστατη ζωή μου,
τι ξαλάφρωμα θάναι του χαμού μια πέτρα,
τα κόκκαλά μου να χωρίζει από τα μύρια,
που στεριάς και πελάγου παντού σπέρνει ο Χάρος.
Πικρή 'ναι αλήθεια, ω Πινδεμόντη! και η Ελπίδα,
στερνή θεά, φεύγει τους τάφους, και τυλίζει
τα πάντα η Λησμονιά στη σκοτεινή της νύχτα,
και μία δύναμη δουλεύτρα τα κουράζει
μ' άκοπο κίνημα, κι ανθρώπους και μνημεία
και τες υστερινές θωριές κι απομεινάρια 
τ' ουρανού και της γης, όλα ο καιρός τ' αλλάζει.
............................................................
Μόνο γι' αυτόν που κλήρα δεν αφήνει αγάπης
λίγη χαρά 'χει ο τάφος, κι αν ποτέ και πέρα
απ' τη θανή κοιτά, να παραδέρνει βλέπει
το πνεύμα του στους θρήνους του Αχερούσιου κόσμου, 
ή κάτω απ' τες τρανές φτερούγες να προσφεύγει
του ελέους του Θεού. τα λείψανά του όμως 
στ' αγριόχορτ' αφήνει γης πανέρμης, όπου
ούτε προσεύχεται γυναίκα ερωτεμένη,
ούτε το στεναγμό μοναχικός διαβάτης
ακούει, που από το μνήμα σ' εμάς στέλν' η Φύση.
    Όμως καινούριος νόμος σήμερα τους τάφους
μακρυά διώχνει απ' τα μάτια που πονούν, και αρνείται
τ' όνομα στους νεκρούς. Και δίχως τάφο κείται
ο ψάλτης σου, που εσένα, ω Θάλεια, υμνολογώντας
στο φτωχικό του σπίτι ανάστησε μια δάφνη
μ' αγάπη μακρυνή και σούπλεκε στεφάνια.
και με το γέλιο σου του στόλιζες συ τ' άσμα,
που τους Σαρδαναπάλους Λομβαρδούς κεντούσε,
περίχαρους μονάχα να γροικούν τα βόδια,
π' όθε ο Τίκινος τρέχει κι απ' του Αδούα τ' άντρα
με γλυκές τους ευφραίνουν σκόλες και τραπέζια.
.................................................................
Απ' την ημέρα που βωμοί, γάμοι, κριτήρια,
έκαμαν να πονούν τ' ανθρώπινα θηρία
τον εαυτό τους κι άλλους, έσωζαν οι ζώντες
απ' τον κακόγνωμον αιθέρα κι απ' τ' αγρίμια
τα θλιβερά του ανθρώπου λείψανα που η Φύση
μ' αιώνιες αλλαγές γι' άλλους σκοπούς ορίζει.
Των δοξαστών έργων σημάδι ήταν οι τάφοι
και βωμοί για τα τέκνα, κ' έβγαιναν εκείθε
οι χρησμοί των Λαρήτων, κ' εφοβούνταν όλοι
στων προπατόρων τους τα μνήματα τον όρκο.
...................................................................
Γιατί ανίσως  ελπίδα δόξας στα γενναία
ποτέ των Ιταλών πνεύματα λάμψει, εδώθε
το προμήνυμα θάβγει. Και σ' αυτές τες πέτρες
ν' ανασταίνει το πνεύμα εσύχναζεν ο Αλφιέρης.
Με τη Μοίρα οργισμένος, άφωνος στες έρμες
του Άρνου οχθιές παράδερνε, ουρανό και κάμπους 
με λαχτάρα κοιτώντας, και καθώς καμία
δεν του γλύκαινεν όψη ζωντανού τον πόνο,
εδώ στεκόνταν ο αυστηρός, και στη θωριά του
μια χλωμάδα θανάτου εχύνονταν κ' ελπίδα.
.....................................................................
Χαρά σου που το μέγα των ανέμων κράτος,
Ιππόλυτε, στης νιότης έτρεχες τα χρόνια!
Κι αν το καράβι πέρα απ' τα νησιά του Αιγαίου
σού 'χει στρέψει ο πλωρήτης, απ' έργα αρχαία
ν' αντιλαλούν άκουσες βέβαια του Ελλησπόντου
οι όχθες, και το ρέμα βόγγοντας να φέρνει
στους Ροιτείους γιαλούς τ' άρματα του Αχιλλέα
ψηλά στου Αίαντα τον τάφο. στους γενναίους
δίκαιος τιμής είναι μοιραστής ο Χάρος
κι ούτε πανούργος νους, ούτ' εύνοια βασιλέων
τα τρομερά λάφυρα εφύλαε του Οδυσσέα,
αλλ' απ' το δαρμένο τα 'παιρνε καράβι
το κύμα κινημένο απ' τους θεούς του Άδη.
   Κι εμένα που οι καιροί και της τιμής ο πόθος
από κόσμο σε κόσμο με κινούν να φεύγω,
ας με κράξουν τους ήρωες ν' αναστήσω οι Μούσες,
των ανθρώπινων λογισμών ζωογονήτρες.
............................................................ 

*


Ο Φώσκολος υπήρξεν ο πρώτος και πλέον αυστηρός κριτής του εαυτού του, και είχε πάντοτε το θάρρος να εξομολογήται τα ελαττώματα και τας αδυναμίας του.

Εις τας επιστολάς του ο ποιητής άνοιγε την ειλικρινή του ψυχήν και εφανέρωνεν όλας τας πληγάς της καρδίας του. Εκεί δύναται να θαυμάση κανείς τον χαρακτήρα του.

Καλλίτερα παρά εις την φυσικήν του εικόνα ημπορούμεν να γνωρίσωμεν τον Φώσκολον εις τα έργα του και την αλληλογραφίαν του, όπου μας άφησεν ζωντανήν  και πιστήν την εξεικόνισιν της ηθικής μορφής του. Εκεί ευρίσκομεν την ειλικρινή εξομολόγησιν μιας ψυχής φρονιματισμένης εις το σχολείον του πόνου και της δοκιμασίας, πλουσίας εις προτερήματα και ελαττώματα. Εκεί γνωρίζομεν τον άνθρωπον εις την βαθυτέραν του υπόστασιν  και τον βλέπομεν να δικαιολογήται εις τους μεταγενεστέρους, να καταρρίπτει κατηγορίας  αδίκους, και να ανυψώνεται από το επίπεδον των συγχρόνων του.

Τον εφαντάσθην παιδί μικρόν εις την Ζάκυνθον, ζωηρόν και ατίθασσον, πριν ακόμα αναχωρήση δια την Βενετίαν (στην ηλικία των δεκαέξι ετών, σ.σ.). Εννόησα όλην την αυταπάρνησιν και σταθερότητα της ψυχής του όταν εγκατέλειψε την Ιταλικήν γην και έφυγεν εις την Ελβετίαν δια να μη δώση  τον στρατιωτικόν όρκον εις την αυστριακήν κυβέρνησιν. Έφευγε τότε πτωχός και με ένα μικρόν δέμα χειρογράφων του, εγκαταλείπων την γην οπού του ενέπνεε την δίψαν  των γραμμάτων και της δόξης, αφήνων την μητέρα του και την αδελφήν του , και ερρίπτετο ατρόμητος εις την περιπετειώδη ζωήν της εξορίας.

Τον εφαντάσθην ύστερα μέσα εις το ψύχος και την ομίχλην του Λονδίνου, δυστυχή, πτωχόν, ασθενή, εξόριστον , απελπισμένον, αλλά ένδοξον, να βασανίζεται με μυρίους τρόπους να ζήση μέσα εις την πολυκοσμίαν της αγγλικής πρωτευούσης.

Αι πράξεις και η ζωή του Φωσκόλου είναι μία εκδήλωσις φυσικής ορμής, δεν είναι έργον τέχνης υπομονητικά δουλευμένον, όπως τα ποιήματά του. Είναι ένα ποίημα αληθινώτερον και θλιβερώτερον και από τους στίχους του. Δεν είναι μόνον ο ενατενιστής ιδεών και δεν μοιάζει με τους ποιητάς εκείνους που ζουν κατά τον αστικόν τρόπον των κοινών θνητών.



«Έμαθα ότι, αν το γέλοιο και το μειδίαμα κάτι προσθέτουν εις την συντομίαν της θνητής ζωής μας, μόνο τα δάκρυα μας διδάσκουν την αλήθειαν».



«Ποτέ δεν ήμουν περισσότερον λυπημένος, ούτε δυνατώτερος εναντίον του πόνου, και αισθάνομαι ότι είμαι υπέροχος μαθητής της δυστυχίας».

Εις το αρχειοφυλακείον Ζακύνθου υπάρχει η γενέθλιος πράξις του Ούγου Φωσκόλου, γεννηθέντος την 26 Ιανουαρίου 1778, εις δε το αρχείον  του καθολικού ναού του Αγίου Μάρκου η βαπτιστήριος πράξις υπό ημερομηνίαν 6 Φεβρουαρίου του ιδίου έτους…

Κατά την παιδικήν του ηλικίαν  ο Φώσκολος ήτο τραχύς, φιλόνικος και ισχυρογνώμων. Κατελαμβάνετο υπό μελαγχολίας ή υπό μιας ανεξηγήτου οργής. Εδραπέτευε τότε εκ του σχολείου και είχε σπάσει δύο διδασκάλων τας κεφαλάς.
 Ο Φώσκολος υπήρξε πάντοτε υπερήφανος, γενναίος δεν οπισθοχώρει προ ουδενός και δεν ελογάριαζε τίποτε. Όλη αυτή η υπεροχή του χαρακτήρος του προήρχετο από την ευγενή συναίσθησιν της αξίας του, από τα υψηλά συναισθήματά του, από την σταθερότητα των αρχών του, από των ιδεών του την ακαμψίαν. Παρόμοια υπερηφάνεια είναι αρετή… Ήτο εύσπλαχνος και συνέπασχε δια την δυστυχίαν των άλλων. Αι καταστροφαί των ανυπερασπίστων, τα δυστυχήματα των εγκαταλελειμμένων έθλιβον την ψυχή του.

Κατά το έτος 1807 ο Φώσκολος εδημοσίευσε  τους Τάφους. Εθεώρησε τους τάφους υπό πολιτικήν έποψιν και παροτρύνει τους Ιταλούς να τιμώσι τους τάφους των μεγάλων ανδρών:

A egregie cose, il forte animo accendono
le urne dei forti

…Ο χρόνος και η τύχη δύνανται να καταστρέψουν τους τάφους, όχι όμως και την δόξαν εκείνων δια τους οποίους ανηγέρθησαν. Δια τούτο η ποίησις διαιωνίζει τα κατορθώματα των ενδόξων.

Οι Τάφοι είναι εκ των ολίγων λυρικών αριστουργημάτων του ΙΘ’ αιώνος. Όταν εξεδόθη το ποίημα τούτο του Φωσκόλου κατεκρίθη ως σκοτεινόν  δια τας βαθείας σκέψεις του και τας πρωτοτύπους εκφράσεις του.
Ο εν Ζακύνθω διδάσκαλος των παιδικών του χρόνων Αντώνιος Μαρτελάος διέκρινεν εις τους τάφους την ευρυθμίαν  και την μεγαλοπρέπειαν της Ελληνικής ψυχής.
Και ο φιλόπατρις διδάσκαλος έγραψε δια τον ένδοξον μαθητήν του το εξής δίστιχον:

Του κάκου Φράγγο θέλουν να σε κάμουνε,
Που είσαι Έλληνας, οι Τάφοι το φωνάζουνε

Ο Φώσκολος ελάτρευε το κάλλος, η ωραιότης ήτον δι’ αυτόν θρησκεία.
Ο ποιητής ηγάπησε  και επόνεσε πολύ εις τον δρόμον της ζωής του... Η αγάπη δι’ αυτόν ήτο πάθος φλογερόν και αθεράπευτον…
Και όταν η δυστυχία επίκραινε την ζωήν του, εις την μοναξίαν της αγγλικής πρωτευούσης, η αγάπη του έμενε  μόνη παρηγορία.

«Πιστεύω, έγραφε, πως έχω σχεδόν συμπληρώσει εις την Αγγλίαν την πινακοθήκην που άρχισα να καταρτίζω εις την Ιταλίαν, μίαν πινακοθήκην από γυναικείας εικόνας που ζουν και αναπνέουν – όχι ζωγραφιστάς από θνητών χέρια, ανεπηρέαστες από την μοίραν και τον χρόνον – παρατεταγμένες εις την μνήμην μου ωσάν μέσα εις ένα ιερόν άδυτον ναού. Και συχνά αναπολώ τας γνωστάς μορφάς, και ομιλώ μαζί τους εις την μοναξίαν μου, και με αυτάς παρηγορούμαι από τας ενοχλήσεις και τα βάσανα της ζωής, και μου εμπνέουν την ηρεμίαν των ονείρων και μου δροσίζουν την καρδίαν. Και εις εκείνας τας εικόνας  αγαπώ και λατρεύω την θείαν καλλονήν, και αισθάνομαι να με πλημμυρίζει μια μυστική αρμονία».

Η αυστριακή αστυνομία είχε πάντοτε υπονοίας  κατά του Φωσκόλου, επαγρύπνει δε επ’ αυτού, καθώς προκύπτει εκ του κατωτέρω αστυνομικού υπομνήματος, υπό ημερομηνίαν 7 Σεπτεμβρίου 1814, σωζομένου εις το αρχειοφυλακείον του Μιλάνου:

«Κάποιος Ούγο Φώσκολος ποιητής, καθηγητής, θερμοκέφαλος, άθεος, ανάγωγος, ανήθικος, Πρωτεύς πολύμορφος, γλώσσα άτιμος εις πάντα χρόνον, εις εκ των αρχηγών της φατρίας  ήτις εξήγειρε κατά τας τελευταίας ημέρας του Απριλίου αυτάς τα συνοικίας  υπέρ της ανεξαρτησίας, αποπεμφθείς υπό της κυβερνήσεως, ευρίσκεται εις Μιλάνον περιφερόμενος εις τα καφενεία. Απολαμβάνει συντάξεως καθηγητού και στρατιώτου, χωρίς να κάμνη ποτέ τίποτε. Είναι εκ των Ιονίων νήσων».

«Να είναι κανείς έντιμος, υπερήφανος, ισχυρός εις τας αρχάς του, είναι μία ηδονή που πλησιάζει τον άνθρωπον προς τον ήρωα» (ανταπαντά ο ίδιος, σ.σ.)

Όταν ήρχισε να πλησιάζει η εσπέρα της ζωής και να σβήνει το απατηλόν φως των ονείρων, ο Φώσκολος επόθησεν την οικογενειακήν ζωήν. Ήτο μόνος με τους θλιβερούς στοχασμούς του μέσα εις την ερημίαν και την εγκατάλειψιν… εφοβείτο και απεστρέφετο (πλέον) να φανερώσει την πενίαν του εις τον κόσμον. Εδανείζετο μικρά ποσά από τους βιβλιοπώλας, οι οποίοι τον εξεμεταλλεύοντο, αναθέτοντες εις αυτόν να γράφη σχόλια εις τας εκδόσεις κλασικών ποιητών της Ιταλίας.
Έγραφε προς την λαίδην Dacre: Τα πόδια μου είναι πάντα παγωμένα. Δεν έχω σκεπάσματα μάλλινα, ούτε θερμάστραν δια να ζεσταθώ. Ενώ κρυώνω, αισθάνομαι την κεφαλήν μου να φλέγεται τόσον, ώστε την νύκτα, μ’ όλον το ψύχος των ποδιών, σηκώνομαι δια να προβάλω εις το παράθυρον και δροσίσει ο νους μου. Εξύρισα τα μαλλιά μου και εδοκίμασα μίαν προσωρινήν ανακούφισιν… Εζήτησα και εύρον θεραπείαν εις τους συγγραφείς  οι οποίοι μας διδάσκουν να αποθνήσκωμεν. Οι νεώτεροι είναι πολύ φλύαροι και επήρα τους Λατίνους και τους Έλληνας. Ποτέ δεν τους εννόησα τόσον καλά, ή μάλλον ποτέ δεν τους ησθάνθην τόσον βαθέως όπως εις αυτήν την περίστασιν…».

Η 14η Σεπτεμβρίου ήτο η ημέρα θανάτου του ποιητού. Την ημέραν εκείνην διέβαινεν από το Λονδίνον ο Ιωάννης Καποδίστριας (με τον οποίο ο Φώσκολος είχε συχνές επαφές και με αλληλογραφία για την υποστήριξη της Ελληνικής Επανάστασης, σ.σ.) όπως έλθη εις την Ελλάδα και αναλάβη τα καθήκοντα του κυβερνήτου. Αγαπών και εκτιμών τον Φώσκολον, ο Καποδίστριας επήγεν εις την εξοχικήν διαμονήν του ποιητού όπως τον επισκεφθή.
Αλλά ήτο πλέον αργά.
Ο ποιητής επέθαινε  μεταξύ ενός ιερέως Ισπανού και ενός ιατρού, πλησίον της κόρης του… Αποχαιρέτισε το ωραίον φως της ημέρας υπό ένα ξένον ουρανόν, μακράν από την νήσον της γεννήσεώς του.
Ταπεινή και αθόρυβη έγινεν η κηδεία του ποιητού. Δίχως πομπήν, χωρίς μεγαλοπρέπειαν, μόλις πέντε φίλοι του ηκολούθησαν.

Ο Φώσκολος ετάφη εις το κοιμητήριον του Chiswik (στο Λονδίνο, σ.σ.)

Οι Ζακύνθιοι, όταν έμαθαν τον θάνατον του Φωσκόλου, ετέλεσαν μεγαλοπρεπές μνημόσυνον εις τον καθολικόν ναόν του Αγίου Μάρκου. Τότε ο Διονύσιος Σολωμός απήγγειλεν ιταλιστί επιμνημόσυνον λόγον και έτερος ποιητής, ο Διονύσιος Γρυπάρης, ελληνικόν ελεγείον… Κατόπιν οι συμπολίται απεφάσισαν να κάμουν συνεισφοράς προς μετακομιδήν των λειψάνων του ποιητού εις την γην της γεννήσεώς του.
Περιωρίσθησαν μόνον εις την απόφασιν και δεν προέβησαν εις τας αναγκαίας ενεργείας  προς πραγμάτωσιν αυτής. Κατά το 1871 η ιταλική κυβέρνησις εζήτησε και έλαβε παρά της Αγγλίας τα οστά του Φωσκόλου, τα οποία μετακόμισεν και έθαψεν εις την Φλωρεντίαν. Οι Έλληνες τότε εξύπνησαν. Εζήτησαν να εναντιωθώσιν, απαιτούντες αυτοί τα ένδοξα κόκκαλα. Αλλά ήτο πλέον αργά. Η αγγλική κυβέρνησις τα είχε υποσχεθεί εις την Ιταλίαν. Ο Φώσκολος κοιμάται εις το ιταλικόν πάνθεον. Παρά τα μαυσωλέια του Δάντη και του Μιχαήλ Αγγέλου ευρίσκεται και μία δόξα Ελληνική.

Μαρίνος Σιγούρος


*

Το 1797 (σε ηλικία 19 ετών,σ.σ.) απέκτησε φήμη όταν παραστάθηκε η τραγωδία του Tieste (Θυέστης). Το 1799 χαιρέτισε την κατάλυση της Ενετικής Δημοκρατίας από τον Ναπολέοντα σαν μια νίκη της αληθινής δημοκρατίας έναντι της ολιγαρχίας με την ωδή του Στον Ναπολέοντα Βοναπάρτη, ελευθερωτή. Πλην όμως ο Ναπολέων παραχώρησε τα ενετικά εδάφη στους Αυστριακούς με την συνθήκη του Κάμπο-Φόρμιο και ο Φόσκολο κατήγγειλε την αισχρή συναλλαγή στο μυθιστόρημά του Τελευταίες επιστολές του Γιάκοπο Όρτις στα 1803. Παρ’ όλα αυτά πολέμησε στο πλευρό των Γάλλων εναντίον Αυστριακών και Ρώσων και μετά την μάχη του Μαρένγκο (1800) έγινε λοχαγός της ιταλικής μεραρχίας του γαλλικού στρατού.





Διορίστηκε σε διάφορες θέσεις και φρουρές στην Ιταλία και στην Γαλλία ζώντας μια μάλλον έκλυτη ζωή (αποτυχημένο σχόλιο, σ.σ.), και το 1808 έγινε καθηγητής Ρητορικής στο πανεπιστήμιο της Παβίας. Έπεσε όμως στην δυσμένεια των γαλλικών αρχών για κάποιους σατιρικούς του στίχους κατά του Ναπολέοντα και περιπλανήθηκε στην Φλωρεντία, το Μιλάνο και, μετά την πτώση του Ναπολέοντα, στην Ελβετία, για να καταλήξει στην Αγγλία το 1816. Οι Άγγλοι φιλελεύθεροι του επιφύλαξαν θερμή υποδοχή, σύντομα όμως αποξενώθηκε λόγω του δύσκολου χαρακτήρα του.

(απόσπασμα από την Βικιπαίδεια)

*

Στον εαυτό μου

Τι στέκεσαι; Ο αιώνας πια το στερνό αφήνει αχνάρι
κατακυλάει εκεί που του καιρού ο νόμος σπάζει,
και τέσσερα πεντάχρονα έχει δικά σου πάρει
στη σκοτεινιά, που η λησμονιά κατάψυχρη σκεπάζει.

Μ' αν είσαι η πλάνη κι ο θυμός ζωή και η αγωνία,
πάρα πολύ επροχώρησες τις ώρες της ζωής σου.
Πια ζήσε πιο καλά και με κουραστική σοφία
σ' αυτόν που θα σε πάει παλιά με δείγματα αποκρίσου.

Τέκνο πολυβασάνιστο κι ανέλπιδε ερωμένε,
χωρίς πατρίδα, σ' ολουνούς και στον εαυτό σου αγρίμι,
παιδί στα χρόνια, στη μορφή, ως τόσο ζαρωμένε,

Τι στέκεσαι; Μικρή η ζωή και χρόνια η τέχνη θέλει.
σ' ελεύθερα τουλάχιστο χαρτιά ας ζητήσει φήμη
όποιος να δράσει υπέροχα στον κόσμο δεν του μέλλει.

___

Στο θάνατο του Ούγο Φώσκολο


Έκλαψε η γη σου όταν επήες στα ξένα,
και, ζηλεύοντας, έκλαψε,την ώρα
που, αντί δική της δάφνη, απ' άλλη χώρα
δόξας κλωνάρι έχει μαγέψει Εσένα.

Και πικρότερα κλαίει, και απελπισμένα
μαζί χτυπάει τα δυο της χέρια τώρα,
φωνάζοντας: Δεν έχω εγώ η μαυροφόρα
μήτε νεκρό το σώμα του μ' εμένα!

Σε ξορκίζω στου νου και της ψυχής σου
τ' ατίμητα καλά, που τ' απεικάζει
μόνον έξοχο πνεύμα, εμάς λυπήσου!

Κι αν, όπως τέτοια συφορά τη βιάζει,
δεν αγαπάς να κλάψει πάντα η γη σου,
τέκνο της άλλο ας βγει που να σου μοιάζει.

Διονύσιος Σολωμός

____

Είναι γνωστή και η ολιγόχρονη φιλία του Φώσκολου με τον Ανδρέα Κάλβο, με τον οποίο συγκατοίκησε για κάποιο μικρό διάστημα. Ο Κάλβος διατέλεσε γραμματέας, καλύτερα αντιγραφέας, του Φώσκολου, ο οποίος είχε διακρίνει την ποιητική φλέβα του Κάλβου και τον είχε ανθαρρύνει. 
 ____

Θα ήθελα, τελειώνοντας, να επισημάνω πως ένα αφιέρωμα, κυρίως για ποιητές ουσιαστικού αναστήματος, όπως ο Φώσκολος, μέσα σ' αυτές τις σελίδες δεν γίνεται ποτέ να είναι πλήρες και αρκούντως πολύπλευρο. Θα χρειαζόταν γι' αυτό τουλάχιστο ένα τόμος, κάτι, εδώ, ανέφικτο. Ωστόσο, έστω και οι - κατ' ανάγκη - "νύξεις" μπορεί να προκαλούν κι αυτές ποιητική ευφορία και - οπωσδήποτε - ερέθισμα για όποιον επιζητεί περισσότερα.

γ.τ.κ.